Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

ΚΗΦΗΝΕΙΟΝ "Η ωραία Ελλάς"

Tου Σαράντου Καργάκου
(κηφηνείον - εκ του κηφήνα - αρσενική μέλισσα)

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.
Διαφωνώ.
Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η ...εργασία.
Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά.
Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων».παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.
Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι' αυτό τουμπάραμε.
Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν.
Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ' όχι διάθεση για δουλειά.
Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers».
Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά!
Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας.
Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά.
Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.
Παρ' όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια.
Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.
Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ' ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης.
Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία.
Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.
Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής - βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.
Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς».
Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά.
Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως;
Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό.
Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου - και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα - απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας - πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές - που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;
Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.
Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής.
Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.
Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία - θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού.
Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου!
Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε . αγροτικό!
Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).
Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων.
Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!
Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια.
Όταν μικροί - ακόμη στο Δημοτικό - μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους.
«Αισχρόν γαρ δη τούτο. κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».
Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν. Ελλάδα.
Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια».
Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα.
Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της - δικαιώματα στην τεμπελιά - και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον.
Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Φόβος ή Ελπίδα; « Οι δυνατοί έχουν θέληση, οι αδύναμοι έχουν ελπίδα ».

      Μέχρι την Παρασκευή 20  Φεβρουαρίου  2015  θα έχει κλείσει η  συζήτηση με  την  Ε.Ε. για  την  ελάφρυνση  -  θέλω  να πιστεύω  -  του  ελληνικού  χρέους  και  την  πορεία  της  ελληνικής  οικονομίας σε μια πιο αναπτυξιακή τροχιά. Ένα μικρό βήμα έχει απομείνει ακόμη, δύσκολο μεν αλλά ελπίζω ότι θα ξεπεραστούν και οι τελευταίες δυσκολίες και αντιστάσεις, που κυρίως αφορούν τις όποιες αντιευρωπαϊκές συνιστώσες που στηρίζουν τη νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επίσης η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να διώξει το φόβο των πολιτών και να δώσει καλύτερη ποιότητα Δημοκρατίας στο λαό.


Η ελπίδα και ο φόβος είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια της εξουσίας....και ελπίζω να μην μετανιώσουμε για αυτό που ζούμε σήμερα....

 Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».
Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου
Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα;
Η ελπίδα
«Το όνειρο που βλέπουμε ξυπνητοί είναι η ελπίδα», είπε ο Αριστοτέλης. «Είναι το χειρότερο κακό», είπε ο Νίτσε, «διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων».
Η ελπίδα είναι άτιμο πράγμα. Εύκολα ρίχνει τον άνθρωπο στην αδράνεια και τον κάνει να πιστεύει σε χίμαιρες και Μεσσίες. Τον αποδυναμώνει, τον κάνει να αισθάνεται μικρός κι εξαρτώμενος από εξωτερικούς παράγοντες ή όπως λέει μία γερμανική παροιμία «Οι δυνατοί έχουν θέληση, οι αδύναμοι έχουν ελπίδα».
Η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν θεραπευτική, επειδή μεταξύ άλλων δεν πρόσφερε ελπίδα. Η κάθαρση ήταν το αποτέλεσμα της ταύτισης του θεατή με τον ήρωα, ο οποίος, όποιες κι αν είναι οι επιλογές του, στο τέλος θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Κάποτε, ούτε καν αυτές. Θα υποστεί μέχρι τέλους τις συνέπειες κάποιας κακής συγκυρίας, μιας τυχαιότητας. Η κάθαρση του θεατή επέρχεται ως αποτέλεσμα του συντονισμού του με τις πραγματικότητες της ζωής. Η ελπίδα δεν έχει ρόλο, ούτε όταν ο Ευριπίδης επινόησε τον από μηχανής θεό.
Σήμερα, χρησιμοποιούμε την έκφραση «από μηχανής θεός» για να δηλώσουμε μία απρόσμενη λύση που εμφανίζεται ξαφνικά και λύνει προβλήματα. Στην τραγωδία, όμως, οι θεοί είναι αυτοί που προκάλεσαν τα προβλήματα εξ’ αρχής και ο Ευριπίδης τους «υποχρεώνει» να τα λύσουν. Επιπλέον, εκείνοι οι θεοί δεν έχουν καμία σχέση με ό, τι σήμερα ονομάζουμε θεότητα. Είναι ανθρώπινοι, κάνουν λάθη, μετανιώνουν, θυμώνουν και αγαπούν. Είναι άνθρωποι που ζουν σε άλλη διάσταση. Αυτό λοιπόν που βιώνει ο θεατής, ακόμα και όταν η λύση του δράματος επιτυγχάνεται με την επέμβαση του θεού, είναι η κάθαρση που προσφέρει η αποκατάσταση της κανονικότητας από εκείνον που τη διατάραξε.

Προσέξτε τι έγινε με την Ιφιγένεια. Η μοίρα της άρχισε να γράφεται πριν ακόμα γεννηθεί. Όταν οι τρεις θεές, η Αφροδίτη, η Άρτεμις και η Αθηνά ζητούν από τον Πάρη, τον πρίγκιπα της Τροίας, να επιλέξει μία από τις τρεις. Εκείνος επιλέγει την Αφροδίτη, που του υποσχέθηκε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Έτσι, εκείνος έκλεψε την Ελένη, ο άντρας της ο Μενέλαος ζητά εκδίκηση από τους Τρώες και ένας συμμαχικός στρατός ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον της Τροίας. Οι άνεμοι όμως δεν ήταν ευνοϊκοί για τον απόπλου του στόλου και τότε η Άρτεμις ζητά από τον βασιλιά Αγαμέμνονα να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια. Στη συνέχεια, η θεά αρπάζει την Ιφιγένεια από τον βωμό και τη μεταφέρει στον Ταύρο, όπου υπηρετεί ως ιέρεια στον ναό της.
Εκεί κάποτε φτάνουν ο αδελφός της Ιφιγένειας με τον φίλο του, τον Πυλάδη και μετά από μία σειρά γεγονότων, δραπετεύουν όλοι μαζί από τον αφιλόξενο Ταύρο, αλλά μία κακοκαιρία ρίχνει το καράβι τους και πάλι στη στεριά. Ο θεατής παρατηρεί την αποτυχία των ηρώων με κομμένη την ανάσα. Η ζωή τους πια κινδυνεύει, αν πέσουν στα χέρια του βασιλιά. Ποιος θα τους σώσει; Ο Ευριπίδης εμφανίζει εντελώς ξαφνικά την τρίτη θεά. Η Αφροδίτη έγραψε τον πρόλογο, η Άρτεμις το κυρίως θέμα και η Αθηνά θα γράψει τον επίλογο. Ο από μηχανής θεός λέγεται έτσι επειδή εμφανίζεται στη σκηνή επάνω σ’ έναν γερανό που ονόμαζαν μηχανή. Η εμφάνιση αυτή, όμως, δεν ήταν τόσο απροσδόκητη όσο νομίζουμε σήμερα.
Ο θεατής στην τραγωδία δεν ελπίζει σε μαγική λύση. Αναμένει απλώς να ολοκληρωθεί ο κύκλος των παθημάτων και να επανέλθει η τάξη στη ζωή των ανθρώπων. Η Ιφιγένεια έζησε μία ταλαίπωρη ζωή σε ξένο τόπο, χωρίς δική της υπαιτιότητα, και όταν σώζεται από τη θεά Αθηνά και επιστρέφει στην Ελλάδα, και πάλι είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί στον ναό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα.
Ο θεατής της τραγωδίας δεν ελπίζει, όμως φοβάται. Μάλιστα, ο οίκτος και ο φόβος είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να οδηγήσει τον θεατή στην κάθαρση.

Ο φόβος και ο οίκτος
Ο Αριστοτέλης εξηγεί στην «Ποιητική» του, ότι τα δύο αυτά συναισθήματα προκαλούνται μόνο όταν αισθανόμαστε όμοιοι με εκείνα που βλέπουμε και όταν οι δυστυχίες που παρουσιάζονται δεν είναι τερατώδεις. Οι τερατώδεις δυστυχίες εκνευρίζουν απλώς και αποσυντονίζουν τον θεατή. Η περίπτωση που εκτινάζει τον φόβο και τον οίκτο στα ύψη είναι όταν κάποιος με τον οποίον ταυτιζόμαστε, ετοιμάζεται να διαπράξει ένα ανεπανόρθωτο σφάλμα από άγνοια. Όπως ο Οιδίποδας, που διέπραξε πατροκτονία και αιμομιξία εν αγνοία του. Ο μόνος τρόπος να ησυχάσει ο θεατής από την ένταση αυτή είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Οιδίποδας κάποια στιγμή μαθαίνει τι έχει διαπράξει, αλλά δεν μπορεί πια να το διορθώσει. Η κάθαρση του θεατή οφείλεται στην εξάλειψη του φόβου, αφού πλέον ο ήρωας γνωρίζει τι έχει συμβεί. Δεν απαλλάσσεται από τις συνέπειες, αλλά γνωρίζει τι συμβαίνει και ο θεατής δεν ανησυχεί πια για το τι θα συμβεί, αν αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το βλέπει και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από την κατανόηση μίας κατάστασης, το «κατά φύσιν καθίστασθαι», όπως λέει στη «Ρητορική».
Στη «Ρητορική» διαβάζουμε περισσότερα πράγματα για τον οίκτο και τον φόβο. Εκεί, ο Αριστοτέλης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ρήτορας χρησιμοποιεί τα συναισθήματα αυτά για να πείσει τους ακροατές του. Όπως στο θέατρο οι ηθοποιοί έχουν μεγαλύτερη πέραση από τους συγγραφείς των έργων, έτσι και στην πολιτική, επικράτησε η υποκριτική τέχνη λόγω της αχρειότητας των πολιτών, λέει ο Αριστοτέλης. Την τέχνη αυτή χρησιμοποιούν για να προκαλέσουν, μεταξύ άλλων, τον φόβο.

Η καλλιέργεια του φόβου για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει ο ρήτορας να γνωρίζει καλά την ψυχοσύνθεση του ακροατηρίου του. Ο φόβος είναι μία μορφή έντονης λύπης για ένα δυσάρεστο επερχόμενο, ένα κακό που δεν βλέπουμε, αλλά μπορούμε να φανταστούμε. Κάποιες φορές, ο ρήτορας χρειάζεται να προκαλέσει τον φόβο, κυρίως όταν όσα έχει να πει δεν είναι ευχάριστα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να πείσει ότι η πρότασή του θα απαλλάξει τους ακροατές από τον φόβο, πράγμα που προαπαιτεί την καλή γνώση των πραγμάτων που φοβίζουν το συγκεκριμένο κοινό.

Γενικά, οι άνθρωποι φοβόμαστε περισσότερο:
1. Κάτι που μπορεί να μας βλάψει σύντομα και ανεπανόρθωτα ή που μπορεί να διορθωθεί από ανθρώπους που αντιπαθεί (και άρα, να τους ενδυναμώσει).
2. Τους ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν το κακό που φοβόμαστε και τους φιλοχρήματους, επειδή το χρήμα είναι ισχυρό κίνητρο.
3. Τους ανθρώπους που έχουν προκαλέσει το ίδιο κακό στο παρελθόν και εκείνους των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται με τα δικά μας ή με τα συμφέροντα ισχυρών ανθρώπων που εμπιστευόμαστε.
4. Όσους έχουν αδικηθεί στο παρελθόν και διψούν για εκδίκηση, ειδικά όσους δεν δείχνουν οργισμένοι, οπότε είναι πιθανόν να δράσουν απροσδόκητα.
Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του για το φόβο ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει πως, για να καλλιεργηθεί ο φόβος, «δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι σωτηρίας, περὶ οὖ ἀγωνιῶσιν.» Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει μία ελπίδα, κάτι για το οποίο να αγωνιούν, γιατί αυτός που δεν ελπίζει, δεν φοβάται!

Να φοβάμαι ή να ελπίζω;

Με την ελπίδα που συνοδεύεται από άγνοια, εξαπατά κανείς τον εαυτό του, από φόβο ν’ αντικρίσει την πραγματικότητα. Με τον φόβο συσκοτίζει τη λογική του και παραδίδεται στο έλεος εκείνου που εμπορεύεται την ελπίδα. Σ’ έναν φαύλο κύκλο παθημάτων, η ελπίδα γεννά τον φόβο και κατόπιν τον εμποδίζει να οδηγήσει την ψυχή στην κάθαρση, στην απελευθέρωση, για την οποία απαιτείται η κατανόηση της πραγματικότητας. Ο φόβος εγκλωβισμένος ψάχνει την ελπίδα. Ένας κύκλος ατέρμονης, ανατροφοδοτούμενης σύγχυσης.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι να βρούμε το ορθολογικό πνεύμα των προγόνων μας και να αντισταθούμε σε οποιαδήποτε κίνηση επιβουλής και υποδούλωσης. Εξάλλου, όπως λέει και ο ποιητής " Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, Είμαι λεύτερος."